to do out
do
du:
doo
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "do out"στα αγγλικά

to do out
01

διακοσμώ, κατασκευάζω

to decorate or arrange something, typically a place, in a particular way 
Dialectbritish flagBritish
Transitive: to do out a place
to do out definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do out
γ΄ ενικό πρόσωπο
does out
ενεστώτα μετοχή
doing out
απλός αόριστος
did out
παθητική μετοχή
done out
Παραδείγματα
They decided to do out the venue with colorful decorations for the festive celebration. 

Αποφάσισαν να διακοσμήσουν τον χώρο με πολύχρωμες διακοσμήσεις για την εορταστική γιορτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store