Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dive into
01
βουτώ σε, εμβαπτίζομαι σε
to immerse oneself fully and enthusiastically into a particular activity, subject, or experience
Transitive: to dive into an activity or subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
dive
ενεστώτας
dive into
γ΄ ενικό πρόσωπο
dives into
ενεστώτα μετοχή
diving into
απλός αόριστος
dived into
παθητική μετοχή
dived into
Παραδείγματα
With the start of the new semester, students were ready to dive into their studies and pursue academic excellence.
Με την έναρξη του νέου εξαμήνου, οι φοιτητές ήταν έτοιμοι να βουτήξουν στις σπουδές τους και να επιδιώξουν ακαδημαϊκή αριστεία.



























