Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to descend to
01
κατεβαίνω σε, υποβαθμίζομαι σε
to display inappropriate behavior, contrary to what others would expect
Transitive: to descend to sth | to descend to doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
descend
ενεστώτας
descend to
γ΄ ενικό πρόσωπο
descends to
ενεστώτα μετοχή
descending to
απλός αόριστος
descended to
παθητική μετοχή
descended to
Παραδείγματα
The esteemed professor shocked his colleagues when he descended to making offensive remarks during the conference.
Ο επιφανής καθηγητής σόκαρε τους συναδέλφους του όταν κατέβηκε στο να κάνει προσβλητικά σχόλια κατά τη διάρκεια της διάσκεψης.



























