Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Body mass index
01
δείκτης μάζας σώματος, ΔΜΣ
a numerical measure of an individual's body fat based on their weight and height, often used to assess and categorize body weight in relation to health
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body mass indices
Παραδείγματα
Regular exercise and a balanced diet contribute to achieving and maintaining a healthy body mass index.
Η τακτική άσκηση και μια ισορροπημένη διατροφή συμβάλλουν στην επίτευξη και διατήρηση ενός υγιούς δείκτη μάζας σώματος.



























