to cash up
cash
kæʃ
kāsh
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "cash up"στα αγγλικά

to cash up
01

κλείνω το ταμείο, μετράω τα έσοδα

to count all the money a shop made at the end of the day 
to cash up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes up
ενεστώτα μετοχή
cashing up
απλός αόριστος
cashed up
παθητική μετοχή
cashed up
Παραδείγματα
The cashier will cash up before closing the store. 

Ο ταμίας θα κάνει τη μέτρηση των εσόδων πριν κλείσει το κατάστημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store