to cash up
Pronunciation
/kˈæʃ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "cash up"στα αγγλικά

to cash up
[phrase form: cash]
01

κλείνω το ταμείο, μετράω τα έσοδα

to count all the money a shop made at the end of the day
to cash up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes up
ενεστώτα μετοχή
cashing up
απλός αόριστος
cashed up
παθητική μετοχή
cashed up
Παραδείγματα
Let 's cash up the sales for today.
Ας μετρήσουμε τις πωλήσεις σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store