Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cash up
[phrase form: cash]
01
κλείνω το ταμείο, μετράω τα έσοδα
to count all the money a shop made at the end of the day
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
cash
ενεστώτας
cash up
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashes up
ενεστώτα μετοχή
cashing up
απλός αόριστος
cashed up
παθητική μετοχή
cashed up
Παραδείγματα
Let 's cash up the sales for today.
Ας μετρήσουμε τις πωλήσεις σήμερα.



























