body lotion
bo
ˈbɒ
μπο
dy
di
ντι
lo
ləʊ
λεου
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "body lotion"στα αγγλικά

01

λωσίον σώματος, κρέμα ενυδάτωσης για το σώμα

lotion that is applied to the body to moisturize it and make it smoother and softer 
body lotion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
body lotions
Παραδείγματα
She applied body lotion after taking a shower to keep her skin smooth. 

Εφάρμοσε κρέμα σώματος μετά το ντους για να διατηρήσει το δέρμα της απαλό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store