Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boot up
01
εκκινώ, φορτώνω το λειτουργικό σύστημα
(of a computer or electronic device) to start and load the operating system into memory for use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
boot
ενεστώτας
boot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
boots up
ενεστώτα μετοχή
booting up
απλός αόριστος
booted up
παθητική μετοχή
booted up
Παραδείγματα
The new software allows the computer to boot up much faster than before.
Το νέο λογισμικό επιτρέπει στον υπολογιστή να εκκινεί πολύ πιο γρήγορα από πριν.
02
εκκινώ, ενεργοποιώ
to start a computer or other electronic device and load its operating system into memory for use
Παραδείγματα
I need to boot up the computer before we can start the presentation.
Πρέπει να εκκινήσω τον υπολογιστή πριν μπορέσουμε να ξεκινήσουμε την παρουσίαση.



























