Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to add up to
01
αθροίζομαι σε, φτάνω
to amount to a particular total
Transitive: to add up to a total
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
add
ενεστώτας
add up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
adds up to
ενεστώτα μετοχή
adding up to
απλός αόριστος
added up to
παθητική μετοχή
added up to
Παραδείγματα
The expenses for the project will add up to a significant sum if we consider all the necessary materials and labor costs.
Τα έξοδα για το έργο θα ανέλθουν σε ένα σημαντικό ποσό αν λάβουμε υπόψη όλα τα απαραίτητα υλικά και το κόστος εργασίας.
02
οδηγώ σε, ισοδυναμώ με
to bring about a specific result
Transitive: to add up to a result
Παραδείγματα
Their combined efforts and determination added up to a significant increase in sales.
Οι συνδυασμένες προσπάθειες και η αποφασιστικότητά τους οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των πωλήσεων.



























