to walk off with
walk
wɔ:k
vawk
off
ɒf
of
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "walk off with"στα αγγλικά

to walk off with
01

κλέβω, φεύγω με

to take something without permission, especially by stealing 
to walk off with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off with
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks off with
ενεστώτα μετοχή
walking off with
απλός αόριστος
walked off with
παθητική μετοχή
walked off with
Παραδείγματα
Despite security measures, someone managed to walk off with the expensive equipment. 

Παρά τα μέτρα ασφαλείας, κάποιος κατάφερε να κλέψει το ακριβό εξοπλισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store