Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to walk off with
01
κλέβω, φεύγω με
to take something without permission, especially by stealing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off with
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks off with
ενεστώτα μετοχή
walking off with
απλός αόριστος
walked off with
παθητική μετοχή
walked off with
Παραδείγματα
Despite security measures, someone managed to walk off with the expensive equipment.
Παρά τα μέτρα ασφαλείας, κάποιος κατάφερε να κλέψει το ακριβό εξοπλισμό.



























