Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to walk off with
[phrase form: walk]
01
κλέβω, φεύγω με
to take something without permission, especially by stealing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off with
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk off with
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks off with
ενεστώτα μετοχή
walking off with
απλός αόριστος
walked off with
παθητική μετοχή
walked off with
Παραδείγματα
The mischievous kids walked off with candies from the store.
Τα άτακτα παιδιά έφυγαν με γλυκά από το μαγαζί.



























