Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wait around
[phrase form: wait]
01
περιμένω χωρίς να κάνω τίποτα, μένω σε αναμονή
to remain in one spot with nothing to do, expecting something to happen
Intransitive
Transitive: to wait around a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
wait
ενεστώτας
wait around
γ΄ ενικό πρόσωπο
waits around
ενεστώτα μετοχή
waiting around
απλός αόριστος
waited around
παθητική μετοχή
waited around
Παραδείγματα
The passengers waited around the train platform for the delayed arrival.
Οι επιβάτες περίμεναν γύρω από την πλατφόρμα του τρένου για την καθυστερημένη άφιξη.



























