Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to type in
01
πληκτρολογώ, εισάγω
to enter information using a keyboard or other input device on a computer or other electronic devices
Transitive: to type in information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
type
ενεστώτας
type in
γ΄ ενικό πρόσωπο
types in
ενεστώτα μετοχή
typing in
απλός αόριστος
typed in
παθητική μετοχή
typed in
Παραδείγματα
The cashier typed in the product codes to process the sale.
Ο ταμίας πληκτρολόγησε τους κωδικούς των προϊόντων για να επεξεργαστεί την πώληση.



























