Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to type in
[phrase form: type]
01
πληκτρολογώ, εισάγω
to enter information using a keyboard or other input device on a computer or other electronic devices
Transitive: to type in information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
type
ενεστώτας
type in
γ΄ ενικό πρόσωπο
types in
ενεστώτα μετοχή
typing in
απλός αόριστος
typed in
παθητική μετοχή
typed in
Παραδείγματα
Can you type the password in for me?
Μπορείς να πληκτρολογήσεις τον κωδικό για μένα;



























