Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip out of
[phrase form: slip]
01
βγάζω γρήγορα, ξεγλιστρώ από
to remove one's clothes quickly and easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips out of
ενεστώτα μετοχή
slipping out of
απλός αόριστος
slipped out of
παθητική μετοχή
slipped out of
Παραδείγματα
After the intense workout, they all eagerly slipped out of their sweaty gym gear.
Μετά την έντονη προπόνηση, όλοι βγήκαν με ενθουσιασμό από τα ιδρωμένα γυμναστικά τους ρούχα.



























