take aside
take
ˈteɪk
τεικ
a
a
α
side
saɪd
σαιντ
/tˈeɪk ɐsˈaɪd/

Ορισμός και σημασία του "take aside"στα αγγλικά

to take aside
[phrase form: take]
01

παίρνω κατά μέρος, παρασύρω για συζήτηση

to separate someone from a group for a private conversation
to take aside definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aside
ενεστώτα μετοχή
taking aside
απλός αόριστος
took aside
παθητική μετοχή
taken aside
Παραδείγματα
The supervisor took the team member aside to provide constructive feedback.
Ο επόπτης πήρε κατά μέρος το μέλος της ομάδας για να δώσει εποικοδομητική ανατροφοδότηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store