Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take aside
[phrase form: take]
01
παίρνω κατά μέρος, παρασύρω για συζήτηση
to separate someone from a group for a private conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aside
ενεστώτα μετοχή
taking aside
απλός αόριστος
took aside
παθητική μετοχή
taken aside
Παραδείγματα
The supervisor took the team member aside to provide constructive feedback.
Ο επόπτης πήρε κατά μέρος το μέλος της ομάδας για να δώσει εποικοδομητική ανατροφοδότηση.



























