to take aside
take
teɪk
teik
a
ə
ē
side
ˈsaɪd
said

Ορισμός και σημασία του "take aside"στα αγγλικά

to take aside
01

παίρνω κατά μέρος, παρασύρω για συζήτηση

to separate someone from a group for a private conversation 
to take aside definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aside
ενεστώτα μετοχή
taking aside
απλός αόριστος
took aside
παθητική μετοχή
taken aside
Παραδείγματα
The teacher took the student aside to discuss the test results. 

Ο δάσκαλος πήρε το μαθητή στην άκρη για να συζητήσει τα αποτελέσματα του τεστ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store