Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends up
ενεστώτα μετοχή
sending up
απλός αόριστος
sent up
παθητική μετοχή
sent up
Παραδείγματα
The judge decided to send the criminal up for his role in the robbery.
Ο δικαστής αποφάσισε να στείλει τον εγκληματία στη φυλακή για το ρόλο του στη ληστεία.
02
ανεβάζω, αυξάνω
to cause the value or price of something to rise
Παραδείγματα
The rarity of the collectible item sent its value up in the market.
Η σπανιότητα του συλλεκτικού αντικειμένου ανέβασε την αξία του στην αγορά.
03
παρωδώ, χλευάζω
to mock someone or something, often to make them appear foolish
Dialect
British
Παραδείγματα
The comedian sent up the famous actor's distinctive mannerisms in a hilarious skit.
Ο κωμικός παρωδούσε τις χαρακτηριστικές χειρονομίες του διάσημου ηθοποιού σε ένα ξεκαρδιστικό σκετς.



























