Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see out
[phrase form: see]
01
ολοκληρώνω, συνεχίζω μέχρι το τέλος
to continue with a task or obligation until it reaches its completion
Transitive: to see out a task or obligation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees out
ενεστώτα μετοχή
seeing out
απλός αόριστος
saw out
παθητική μετοχή
seen out
Παραδείγματα
She promised to see the construction of their dream house out to the finish.
Υποσχέθηκε να ολοκληρώσει την κατασκευή του ονειρεμένου τους σπιτιού.
02
συνοδεύω στην έξοδο, προϋποδεικνύω στην πόρτα
to accompany someone to the exit when they are departing
Transitive: to see out sb
Παραδείγματα
The usher saw the theatergoers out of the auditorium after the show.
Ο υπάλληλος συνοδήγησε τους θεατές έξω από το αμφιθέατρο μετά την παράσταση.



























