Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to see off
01
συνοδεύω στην αναχώρηση, αποχαιρετώ
to accompany someone to their point of departure and say goodbye to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
see
ενεστώτας
see off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sees off
ενεστώτα μετοχή
seeing off
απλός αόριστος
saw off
παθητική μετοχή
seen off
Παραδείγματα
She asked her sister to come and see her off at the train station.
Ζήτησε από την αδελφή της να έρθει να την ξεπροβοδίσει στο σταθμό των τρένων.
02
νικώ, ξεπεράσω
to overcome an opponent in a game, fight, etc.
Dialect
British
Παραδείγματα
She skillfully saw off her opponent in the tennis tournament.
Επιδέξια νίκησε τον αντίπαλό της στο τουρνουά τένις.



























