to rise above
rise
ˈraɪz
raiz
a
ə
ē
bove
bʌv
bav

Ορισμός και σημασία του "rise above"στα αγγλικά

to rise above
01

υπερνικώ, υψώνομαι πάνω από

to stay strong when faced with problems or criticism and ultimately surpass them 
Transitive: to rise above challenge or criticism
to rise above definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
above
βασικό ρήμα
rise
ενεστώτας
rise above
γ΄ ενικό πρόσωπο
rises above
ενεστώτα μετοχή
rising above
απλός αόριστος
rose above
παθητική μετοχή
risen above
Παραδείγματα
She always manages to rise above criticism and continues to work diligently on her goals. 

Πάντα καταφέρνει να υπερβεί τις κριτικές και συνεχίζει να εργάζεται επιμελώς για τους στόχους της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store