Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rise above
01
υπερνικώ, υψώνομαι πάνω από
to stay strong when faced with problems or criticism and ultimately surpass them
Transitive: to rise above challenge or criticism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
above
βασικό ρήμα
rise
ενεστώτας
rise above
γ΄ ενικό πρόσωπο
rises above
ενεστώτα μετοχή
rising above
απλός αόριστος
rose above
παθητική μετοχή
risen above
Παραδείγματα
She always manages to rise above criticism and continues to work diligently on her goals.
Πάντα καταφέρνει να υπερβεί τις κριτικές και συνεχίζει να εργάζεται επιμελώς για τους στόχους της.



























