Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to read out
[phrase form: read]
01
διαβάζω δυνατά
to read a text or content aloud, articulating the words for others to hear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read out
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads out
ενεστώτα μετοχή
reading out
απλός αόριστος
read out
παθητική μετοχή
read out
Παραδείγματα
Please read the instructions out so everyone understands how to assemble the furniture.
Παρακαλώ διαβάστε δυνατά τις οδηγίες ώστε όλοι να καταλάβουν πώς να συναρμολογήσουν τα έπιπλα.
02
διαβάζω, εξάγω
to extract and display information from a computer or a digital storage medium
Παραδείγματα
The software can read out specific data points from the sensor readings.
Το λογισμικό μπορεί να διαβάσει συγκεκριμένα σημεία δεδομένων από τις ενδείξεις του αισθητήρα.
03
αποβάλλω, εξορίζω
to expel a person from an organization or a group officially
Παραδείγματα
The council is considering whether to read out officials implicated in corruption.
Το συμβούλιο εξετάζει το ενδεχόμενο να αποβάλει τους υπαλλήλους που εμπλέκονται στη διαφθορά.



























