Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to read out
01
διαβάζω δυνατά
to read a text or content aloud, articulating the words for others to hear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read out
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads out
ενεστώτα μετοχή
reading out
απλός αόριστος
read out
παθητική μετοχή
read out
Παραδείγματα
The teacher asked a student to read out the poem in front of the class.
Ο δάσκαλος ζήτησε από έναν μαθητή να διαβάσει δυνατά το ποίημα μπροστά στην τάξη.
02
διαβάζω, εξάγω
to extract and display information from a computer or a digital storage medium
Παραδείγματα
The scientist developed a tool to read out data from the experimental sensors.
Ο επιστήμονας ανέπτυξε ένα εργαλείο για να διαβάζει δεδομένα από τους πειραματικούς αισθητήρες.
03
αποβάλλω, εξορίζω
to expel a person from an organization or a group officially
Παραδείγματα
The committee decided to read him out of the club for violating the rules.
Η επιτροπή αποφάσισε να τον διαβάσει έξω από το κλαμπ για παραβίαση των κανόνων.



























