Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push in
01
πετάγομαι, περνάω μπροστά
to impolitely position oneself ahead of others already waiting in a line
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push in
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes in
ενεστώτα μετοχή
pushing in
απλός αόριστος
pushed in
παθητική μετοχή
pushed in
Παραδείγματα
At the ticket counter, a man tried to push in, but others quickly objected.
Στο εισιτήριο, ένας άνδρας προσπάθησε να περάσει μπροστά, αλλά οι άλλοι διαφώνησαν γρήγορα.



























