body armor
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
ar
ɑ:
aa
mor

Ορισμός και σημασία του "body armor"στα αγγλικά

01

αλεξίσφαιρο γιλέκο, προστατευτική πανοπλία σώματος

protective clothing or equipment worn to shield the body from injury 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body armors
Παραδείγματα
The officer wore body armor during the operation. 

Ο αξιωματικός φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο κατά τη διάρκεια της επιχείρησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store