body armor
bo
ˈbɑ:
baa
dy
di
di
ar
ɑ:r
aar
mor
mər
mēr
/bˈɒdi ˈɑːmə/

Ορισμός και σημασία του "body armor"στα αγγλικά

01

αλεξίσφαιρο γιλέκο, προστατευτική πανοπλία σώματος

protective clothing or equipment worn to shield the body from injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body armors
Παραδείγματα
Wearing body armor increases safety in dangerous situations.
Το να φοράς αλεξίσφαιρο γιλέκο αυξάνει την ασφάλεια σε επικίνδυνες καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store