Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Body armor
01
αλεξίσφαιρο γιλέκο, προστατευτική πανοπλία σώματος
protective clothing or equipment worn to shield the body from injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
body armors
Παραδείγματα
Wearing body armor increases safety in dangerous situations.
Το να φοράς αλεξίσφαιρο γιλέκο αυξάνει την ασφάλεια σε επικίνδυνες καταστάσεις.



























