to pop into
pop
ˈpɒp
pop
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "pop into"στα αγγλικά

to pop into
01

πέφτω, κάνω μια βόλτα

to briefly visit a place, often without prior planning or notice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops into
ενεστώτα μετοχή
popping into
απλός αόριστος
popped into
παθητική μετοχή
popped into
Παραδείγματα
We decided to pop into the café for a quick coffee. 

Αποφασίσαμε να πεταχτούμε στο καφέ για ένα γρήγορο καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store