Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop into
01
πέφτω, κάνω μια βόλτα
to briefly visit a place, often without prior planning or notice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops into
ενεστώτα μετοχή
popping into
απλός αόριστος
popped into
παθητική μετοχή
popped into
Παραδείγματα
We decided to pop into the café for a quick coffee.
Αποφασίσαμε να πεταχτούμε στο καφέ για ένα γρήγορο καφέ.



























