Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pop into
[phrase form: pop]
01
πέφτω, κάνω μια βόλτα
to briefly visit a place, often without prior planning or notice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
pop
ενεστώτας
pop into
γ΄ ενικό πρόσωπο
pops into
ενεστώτα μετοχή
popping into
απλός αόριστος
popped into
παθητική μετοχή
popped into
Παραδείγματα
She popped into the office to pick up a few documents.
Πέρασε γρήγορα από το γραφείο για να πάρει μερικά έγγραφα.



























