Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass round
01
περιφέρω, περνώ
to share something with a group by giving it from one person to the next
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
round
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass round
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes round
ενεστώτα μετοχή
passing round
απλός αόριστος
passed round
παθητική μετοχή
passed round
Παραδείγματα
At the party, they passed round a basket of chocolates.
Στο πάρτι, περνάγανε ένα καλάθι με σοκολάτες.



























