Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get through to
01
να μεταφέρει το μήνυμα σε, να επικοινωνήσει με επιτυχία με
to successfully communicate a message or idea to someone in a way that they understand or accept it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get through to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets through to
ενεστώτα μετοχή
getting through to
απλός αόριστος
got through to
παθητική μετοχή
gotten through to
Παραδείγματα
An old friend might well be able to get through to her and help her.
Ένας παλιός φίλος θα μπορούσε ίσως να της μιλήσει και να τη βοηθήσει.



























