Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get through to
[phrase form: get]
01
να μεταφέρει το μήνυμα σε, να επικοινωνήσει με επιτυχία με
to successfully communicate a message or idea to someone in a way that they understand or accept it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get through to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets through to
ενεστώτα μετοχή
getting through to
απλός αόριστος
got through to
παθητική μετοχή
gotten through to
Παραδείγματα
It took a lot of effort, but I finally got the new software system through to my team.
Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια, αλλά τελικά κατάφερα να επικοινωνήσω το νέο λογισμικό σύστημα στην ομάδα μου.



























