get through to
get
gɛt
γκετ
through
θru:
θρου
to
tu:
του
/ɡɛt θɹˈuː tuː/

Ορισμός και σημασία του "get through to"στα αγγλικά

to get through to
[phrase form: get]
01

να μεταφέρει το μήνυμα σε, να επικοινωνήσει με επιτυχία με

to successfully communicate a message or idea to someone in a way that they understand or accept it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get through to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets through to
ενεστώτα μετοχή
getting through to
απλός αόριστος
got through to
παθητική μετοχή
gotten through to
Παραδείγματα
It took a lot of effort, but I finally got the new software system through to my team.
Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια, αλλά τελικά κατάφερα να επικοινωνήσω το νέο λογισμικό σύστημα στην ομάδα μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store