to chase up
chase
ʧeɪs
cheis
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "chase up"στα αγγλικά

to chase up
01

καταδιώκω, αναζητώ ενεργά

to seek something that belongs to one or is needed, often to find more information about it 
to chase up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chase
ενεστώτας
chase up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chases up
ενεστώτα μετοχή
chasing up
απλός αόριστος
chased up
παθητική μετοχή
chased up
Παραδείγματα
The detective promised to chase the leads up to solve the case. 

Ο ντετέκτιβ υποσχέθηκε να ακολουθήσει τα στοιχεία για να λύσει την υπόθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store