Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bite back
[phrase form: bite]
01
συγκρατώ, καταπίνω
to stop oneself from openly expressing true feelings or thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
bite
ενεστώτας
bite back
γ΄ ενικό πρόσωπο
bites back
ενεστώτα μετοχή
biting back
απλός αόριστος
bit back
παθητική μετοχή
bitten back
Παραδείγματα
It was difficult for her to bite back her frustration in the challenging situation.
Ήταν δύσκολο γι' αυτήν να συγκρατήσει την απογοήτευσή της στη δύσκολη κατάσταση.
02
ανταποδίδω, αντιδρώ
to respond with something negative or harmful when someone has treated one badly
Παραδείγματα
The negative reviews online were a chance for dissatisfied customers to bite back at the company.
Οι αρνητικές κριτικές στο διαδίκτυο ήταν μια ευκαιρία για τους δυσαρεστημένους πελάτες να ανταποδώσουν στην εταιρεία.



























