Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gosh
01
Θεέ μου, Ωχ
used to express surprise, amazement, or mild emphasis without swearing
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Gosh, I didn't know you could play the piano so well.
Ωχ, δεν ήξερα ότι μπορείς να παίξεις πιάνο τόσο καλά.



























