Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Veganism
01
βιγκανισμός
* the practice of eating only food not derived from animals and typically of avoiding the use of other animal products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
veganism
vegan



























