Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
First-aid kit
01
κουτί πρώτων βοηθειών, σετ πρώτων βοηθειών
a set of tools and medical supplies, usually carried in a bag or case, used in case of emergency or injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first-aid kits
Παραδείγματα
She kept a first-aid kit in her car for emergencies.
Κρατούσε ένα κουτί πρώτων βοηθειών στο αυτοκίνητό της για εκτάκτους ανάγκες.



























