Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vouch for
[phrase form: vouch]
01
εγγυώμαι, εξασφαλίζω
to say with certainty that someone or something is good or reliableتضمین
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
vouch
ενεστώτας
vouch for
γ΄ ενικό πρόσωπο
vouches for
ενεστώτα μετοχή
vouching for
απλός αόριστος
vouched for
παθητική μετοχή
vouched for
Παραδείγματα
The mentor vouched for the potential of the young entrepreneur to succeed.
Ο μέντορας εγγυήθηκε τη δυνατότητα του νεαρού επιχειρηματία να πετύχει.



























