Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look over
01
εξετάζω, ελέγχω
to examine or inspect something quickly
Transitive: to look over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look over
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks over
ενεστώτα μετοχή
looking over
απλός αόριστος
looked over
παθητική μετοχή
looked over
Παραδείγματα
I'm going to look over your proposal before submitting it.
Θα εξετάσω την πρότασή σας πριν την υποβάλλω.



























