Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go in for
01
ασχολούμαι με, επιδίδομαι σε
to engage in an activity or interest as a hobby or pastime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in for
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go in for
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes in for
ενεστώτα μετοχή
going in for
απλός αόριστος
went in for
παθητική μετοχή
gone in for
Παραδείγματα
Many people go in for gardening as a way to unwind and connect with nature.
Πολλοί άνθρωποι ασχολούνται με την κηπουρική ως έναν τρόπο να χαλαρώσουν και να συνδεθούν με τη φύση.
02
συμμετέχω σε, δίνω
to participate in an examination, competition, or event
Dialect
British
Παραδείγματα
He decided to go in for the university entrance exam to pursue higher education.
Αποφάσισε να συμμετάσχει στις πανεπιστημιακές εισαγωγικές εξετάσεις για να ακολουθήσει την ανώτερη εκπαίδευση.
03
επιλέγω, αποφασίζω για
to choose a specific type of job or profession
Παραδείγματα
Many individuals go in for teaching, aiming to make a difference in education.
Πολλοί άνθρωποι επιλέγουν τη διδασκαλία, με στόχο να κάνουν τη διαφορά στην εκπαίδευση.



























