to go down with
go
gəʊ
gew
down
daʊn
dawn
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "go down with"στα αγγλικά

to go down with
01

πιάνομαι από, νοσώ

to become affected by an illness 
Transitive: to go down with an illness
to go down with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down with
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go down with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes down with
ενεστώτα μετοχή
going down with
απλός αόριστος
went down with
παθητική μετοχή
gone down with
Παραδείγματα
She suddenly went down with the flu and had to take a few days off work. 

Ξαφνικά αρρώστησε με γρίπη και έπρεπε να πάρει μερικές μέρες άδεια από τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store