Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give over
01
σταματώ, παύω
to request or command someone to cease an action that may be annoying or unwanted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give over
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives over
ενεστώτα μετοχή
giving over
απλός αόριστος
gave over
παθητική μετοχή
given over
Παραδείγματα
Give over with your constant complaints. It's not helping the situation.
Σταμάτα με τις συνεχείς παραπομπές σου. Δεν βοηθάει την κατάσταση.
02
παραδίδω, μεταβιβάζω
to transfer control, possession, or responsibility to someone else
Παραδείγματα
The CEO decided to give over the day-to-day operations to the new management team.
Ο CEO αποφάσισε να παραδώσει τις καθημερινές λειτουργίες στη νέα ομάδα διαχείρισης.
03
αφιερώνω, αφοσιώνομαι
to fully dedicate or commit oneself to a specific purpose, task, or activity
Παραδείγματα
She decided to give over her weekends to volunteering at the local animal shelter.
Αποφάσισε να αφιερώσει τα σαββατοκύριακά της εθελοντικά στο τοπικό καταφύγιο ζώων.



























