Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall back on
01
επιλέγω, βασίζομαι
to rely on something or ask someone for help, particularly in situations where other options have failed
Transitive: to fall back on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back on
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall back on
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls back on
ενεστώτα μετοχή
falling back on
απλός αόριστος
fell back on
παθητική μετοχή
fallen back on
Παραδείγματα
When times are tough, I can always fall back on my savings to cover expenses.
Όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, μπορώ πάντα να βασίζομαι στις οικονομίες μου για να καλύψω τα έξοδα.



























