Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Human capital
01
ανθρώπινο κεφάλαιο, ανθρώπινοι πόροι
one person or a group of people's abilities and strengths, looked at as valuable assets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























