payphone
pay
ˈpeɪ
pei
phone
ˌfəʊn
fewn
pay-phone
pay phone

Ορισμός και σημασία του "payphone"στα αγγλικά

01

δημόσιο τηλέφωνο, τηλέφωνο με κέρματα

a telephone in a public place that one needs to pay for, mostly by prepaid cards 
payphone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
payphones
Παραδείγματα
He searched for a payphone to call for help after his car broke down on the highway. 

Έψαξε για ένα τηλέφωνο δημόσιας χρήσης για να καλέσει βοήθεια αφού το αυτοκίνητό του έσπασε στον αυτοκινητόδρομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

payphone

pay

+

phone

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store