to stem from
stem
stɛm
stem
from
frɒm
from

Ορισμός και σημασία του "stem from"στα αγγλικά

to stem from
01

προέρχομαι από, πηγάζω από

to originate from a particular source or factor 
Transitive: to stem from sth
to stem from definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
stem
ενεστώτας
stem from
γ΄ ενικό πρόσωπο
stems from
ενεστώτα μετοχή
stemming from
απλός αόριστος
stemmed from
παθητική μετοχή
stemmed from
Παραδείγματα
The economic downturn stems from global market fluctuations. 

Η οικονομική ύφεση προέρχεται από τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store