Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stem from
01
προέρχομαι από, πηγάζω από
to originate from a particular source or factor
Transitive: to stem from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
stem
ενεστώτας
stem from
γ΄ ενικό πρόσωπο
stems from
ενεστώτα μετοχή
stemming from
απλός αόριστος
stemmed from
παθητική μετοχή
stemmed from
Παραδείγματα
The economic downturn stems from global market fluctuations.
Η οικονομική ύφεση προέρχεται από τις διακυμάνσεις της παγκόσμιας αγοράς.



























