Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stem from
[phrase form: stem]
01
προέρχομαι από, πηγάζω από
to originate from a particular source or factor
Transitive: to stem from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
stem
ενεστώτας
stem from
γ΄ ενικό πρόσωπο
stems from
ενεστώτα μετοχή
stemming from
απλός αόριστος
stemmed from
παθητική μετοχή
stemmed from
Παραδείγματα
The anxiety stems from unresolved emotional trauma and stress.
Το άγχος προέρχεται από ανεπίλυτο συναισθηματικό τραύμα και στρες.



























