Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bobble
01
χαλώ, καταστρέφω
make a mess of, destroy or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
bobbles
ενεστώτα μετοχή
bobbling
απλός αόριστος
bobbled
παθητική μετοχή
bobbled
Bobble
01
η στιγμή της ζογκλερικής με μια μπαλα του μπέιζμπολ που χτυπήθηκε ή πετάχτηκε, η στιγμή της ζογκλερικής με μια μπάλα μπέιζμπολ
the momentary juggling of a batted or thrown baseball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bobbles



























