to bobble
Pronunciation
/ˈbɔbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "bobble"στα αγγλικά

to bobble
01

χαλώ, καταστρέφω

make a mess of, destroy or ruin
to bobble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
bobbles
ενεστώτα μετοχή
bobbling
απλός αόριστος
bobbled
παθητική μετοχή
bobbled
01

η στιγμή της ζογκλερικής με μια μπαλα του μπέιζμπολ που χτυπήθηκε ή πετάχτηκε, η στιγμή της ζογκλερικής με μια μπάλα μπέιζμπολ

the momentary juggling of a batted or thrown baseball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bobbles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store