Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hand gel
01
τζελ για τα χέρια, απολυμαντικό για τα χέρια
a liquid or substance applied to the hands for the purpose of removing bacteria and other common pathogens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hand gels
LanGeek



























