stomatology
sto
ˌstəʊ
στεου
ma
μα
to
ˈtɒ
το
lo
λα
gy
ʤi
τζι
stemmatology

Ορισμός και σημασία του "stomatology"στα αγγλικά

01

στοματολογία, ιατρική του στόματος

the branch of medicine or dentistry concerned with the mouth and its disorders 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store