liver salts
li
ˈlɪ
li
ver
salts
sɔ:lts
sawlts

Ορισμός και σημασία του "liver salts"στα αγγλικά

01

άλατα ήπατος, άλατα για το ήπαρ

‌a substance one drinks that helps to treat or relieve indigestion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liver salts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store