Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liver salts
01
άλατα ήπατος, άλατα για το ήπαρ
a substance one drinks that helps to treat or relieve indigestion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liver salts



























