banged up
banged
bængd
bāngd
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "banged up"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, τραυματισμένος

harmed or injured 
banged up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most banged up
συγκριτικός βαθμός
more banged up
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store