Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social distance
01
κοινωνική απόσταση, κοινωνική απομάκρυνση
a safe or appropriate distance maintained between a group of individuals as a way to prevent or slow the spread of a disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























