Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provided that
01
με την προϋπόθεση ότι, εφόσον
used for stating conditions necessary for something to happen or be available
Παραδείγματα
She agreed to lend him the money, provided that he pays it back within a month.
Συμφώνησε να του δανείσει τα χρήματα, με την προϋπόθεση ότι θα τα επιστρέψει μέσα σε ένα μήνα.



























